21/4/13

Οι 10 Eρωτικες επιστολες του Αλεξη Σταυρατη.





Ο Αλέξης Β. Σταυράτης γεννήθηκε στη Θεσπρωτία το 1952. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα ζει και
εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή, δύο δραματικούς μονόλογους, ένα βιβλίο με διηγήματα και δύο μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά.
Έχουν εκδοθεί τα εξής έργα του:
1. (2012) Ο κύκλος του φεγγαριού [Διηγήματα, free-ebook]
2. (2009) Το Ευαγγέλιο της Ιωάννας [Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης]
3. (2007) Ο έρωτας και ο σταυρός [Δραματικός μονόλογος, Γαβριηλίδης]
4. (2005) Σαλώμη [Δραματικός μονόλογος, Γαβριηλίδης]
5. (2001) Ο κλ[ω]νισμένος θεός [Μυθιστόρημα, Ελληνικά Γράμματα]
6. (1995) Βένθει κραδίης [Ποίηση, Απόστροφος]








Κιτρινισμένα φύλλα… [Ερωτικές επιστολές: 1η.] .
Αθήνα 09/03/20..
Αγαπημένη μου σε φιλώ.
Γράφω καθημερινά, αδιάκοπα, γράφω για σένα, για τον παράδεισό μου. Γράφω για να ξεθυμαίνω στο χαρτί, να μη σου λέω προφορικά τόσα πράγματα και ηχούν σαν κούφια λόγια. Βέβαια, εσύ δεν κουράζεσαι να μ’ ακούς, γιατί κι εγώ δε χορταίνω ν’ ακούω τα δικά σου. Δεν έχω παράπονο, αλλά η γραφή είναι άλλο πράγμα. Όχι μόνο γιατί μπορώ να διορθώνω και να χτενίζω τις σκέψεις μου, αλλά και γιατί ξαναδιαβάζοντάς τα συνειδητοποιώ τι είναι αυτά που πιστεύω και γράφω. Όταν φτάνουν στα χέρια σου τα γραφτά μου, είσαι σίγουρη τι ακριβώς θέλω να πω, κι αν δεν καταλαβαίνεις αμέσως, ή με ρωτάς ή προσπαθείς μόνη σου να μπεις στην ουσία του νοήματος των λέξεων. Έτσι, η γραφή γίνεται ο τρόπος μας να εμβαθύνουμε στη σχέση και να ομορφαίνει κι άλλο η αγάπη μας. Μου αρέσει να σε βλέπω να χαμογελάς, καθώς διαβάζεις την ψυχή μου στο χαρτί…
Είναι τόσο απλά τα πράγματα με τη γραφή; Η γραφή πάντα ήταν επικίνδυνη γιατί έχει τη δύναμη να εκφράζει και να επηρεάζει τους ανθρώπους. Θεωρήθηκε ύποπτη από δικτάτορες, οριοθετήθηκε από θρησκείες, όταν δεν απαγορεύτηκε να γράφουν κάτι πέραν από τους θεούς τους. Ο Πλάτων εξόρισε από την ιδανική πολιτεία τους ποιητές, γιατί ήταν ανυπόταχτα πνεύματα. Στον Απόκρυφο Ενώχ διαβάζουμε: «Και ο τέταρτος {ο κακός άγγελος} δίδαξε στους ανθρώπους να γράφουν με μελάνι και χαρτί κι έτσι πολλοί αμάρτησαν στο πέρασμα των αιώνων μέχρι σήμερα. Διότι οι άνθρωποι δεν δημιουργήθηκαν γι’ αυτό το σκοπό…». Γύρω στο 200 π. Χ. γράφτηκαν αυτές οι γραμμές και δείχνουν ξεκάθαρα την άποψη των θρησκευτικών ανθρώπων για τη γραφή. Κι εγώ, για κάποιους, ίσως αμαρτάνω με τα γραφτά μου. Κι έχουν δει μόνο τα δημοσιευμένα βιβλία και διηγήματα…
Να, τόσες μέρες γράφω με διάφορους τρόπους για τον έρωτά μας, για τον έρωτα συνολικά. Μπορεί κάθε άνθρωπος να σκέφτεται και να γράφει έτσι για τον έρωτα; Δε θα έπρεπε να υποτάξει τη φαντασία του στα κελεύσματα ηθικών συγγραφέων ή καθοδηγητών της ζωής; Ότι, δηλαδή, ο διάβολος με σπρώχνει να γράφω τέτοια πράγματα, μια και ο θεός θα ήθελε ησυχία νεκροταφείου στη γη; Άρα οι άνθρωποι επαναστατούν με τη γραφή, πηγαίνοντας πολλές φορές ενάντια στις Ιερές Γραφές και στις κοινωνικές συνθήκες.
Τι κάνω λοιπόν; Μα τραγουδάω με λέξεις τον έρωτα, υμνώ την ομορφιά της ζωής. Είναι επικίνδυνη η γραφή, ειδικά όταν μιλάς για τον έρωτα. Ανακαλύπτεις γράφοντας ποιος είσαι και τι θέλεις από τον άλλον. Προλαβαίνεις να διορθώσεις τα λάθη σου, προλαβαίνεις να σταματήσεις πριν πληγώσεις το αγαπημένο πρόσωπο, γίνεσαι διάφανος με τον εαυτό σου τελικά. [Εδώ και λίγες μέρες δεν πήρες τηλέφωνο και η μόνη σκέψη που μπορώ να καταγράψω είναι μήπως σου συμβαίνει κάτι και δεν μπόρεσες να πάρεις. Οπότε, όταν συναντηθούμε, θα είμαι χαρούμενος γιατί θα είσαι καλά. Εάν δεν έγραφα αυτές τις σκέψεις, ποιος ξέρει πού θα πήγαινε το μυαλό μου, με τι αγωνίες θα πέρναγα αυτές τις μέρες… ]
Στο γεγονός πως μ’ αγάπησες δεν ξέρω τι ρόλο έπαιξε η ευχέρειά μου στο γράψιμο και συνακόλουθα ο ποιητικός λόγος. Δεν πρόκειται, φυσικά, για πλάνεμα με λέξεις, αλλά ότι αυτές μου έδωσαν τη χρήσιμη δύναμη να σου μιλήσω, και σ’ εσένα μετέφεραν την αναγκαία αύρα να με προσέξεις. Έτσι καταφέραμε να αμαρτήσουμε μέσω της δύναμης των λέξεων! Στην αρχή σού φαίνονταν υπερβολές, και αυτά που έλεγα και αυτά που χειμαρρωδώς έγραφα, μέχρι που η καρδιά σου διαπίστωσε την αλήθεια. Ότι οι λέξεις έχουν το δικό τους βάρος, τη δική τους ζωή και δεν είναι απλοί μεταφορείς νοημάτων. Το ενδιαφέρον είναι πως εσύ, παρ’ ότι άμαθη, ήσουν και είσαι πιο προσεχτική στη χρήση των λέξεων. Δε γράφεις, βέβαια, αλλά με έμαθες να σέβομαι περισσότερο κάθε λέξη που λέω ή γράφω. Γιατί δεν είναι η γραφή αμαρτία, αλλά η αμαρτία κατά της γραφής είναι από τα πιο μεγάλα λάθη που μπορούμε να κάνουμε. Οι εξουσίες πάντα θα πολεμούν την ελεύθερη έκφραση του γραπτού λόγου γιατί αφυπνίζουν συνειδήσεις, μορφώνουν, μας βοηθούν να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Ειδικά εμένα, η γραφή με εξώθησε να πω γραπτώς όσα δεν μπορώ προφορικά. Γιατί όταν είσαι με τη μελάνι και το λευκό χαρτί μπροστά σου, είσαι μόνος με την αλήθεια του εαυτού σου. Δε μπορείς να πεις ψέματα στο λευκό χαρτί, γιατί βλέπεις μόνος σου και αντιλαμβάνεσαι ότι πήρες τη ζωή σου λάθος.
Με τη γραφή άλλαξε η ζωή μου. Με τη γραφή επικοινωνώ μαζί σου και «αμαρτάνω» διαπιστώνοντας πόσο σε αγαπώ. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν ο Αδάμ και η Εύα ήξεραν να γράφουν και κατέγραφαν τις πράξεις τους. Ή μήπως θα μας πουν ότι στον παράδεισο δεν υπήρχε γραφή και όλα ήταν η μουσική του προφορικού λόγου; Ποιος αρνείται τη γοητεία και τη δύναμη του προφορικού λόγου; Θυμάσαι που σου έλεγα ότι προτιμώ να μη γράφω το όνομά σου γιατί θέλω να κρατήσω τον ήχο σου; Δεν τίθεται θέμα αν υπερέχει ο προφορικός ή ο γραπτός λόγος. Εδώ συζητάμε για τη μεγάλη δύναμη της γραφής που τρόμαξε δικτάτορες, θρησκείες, συστήματα εξουσίας. Για τη δύναμη της γραφής που κάνει τον άνθρωπο να είναι λογικό ον, και έναν ερωτευμένο να γράφει συνεχώς για την αγαπημένη του χωρίς να κουράζεται.
Σ’ αγαπώ, και το επανέλαβες δειλά κι εσύ. Θα μπορούσες άραγε να το γράψεις σ’ ένα λευκό χαρτί και να δεις πόση δύναμη κρύβουν οι γραμμένες λέξεις; Θα μπορούσες να γράψεις πέντε γραμμές για τον έρωτά σου, για να δεις πόσο συγκλονιστικά θα νιώσεις; Θα σου το ζητήσω κάποτε, έτσι για να δεις πώς νιώθω τώρα εγώ που γράφω συνέχεια για σένα.
Με τη γραφή μαθαίνουμε σίγουρα αν αγαπάμε πραγματικά. Ποιος δε θα φοβηθεί αν οι άνθρωποι γίνουν ειλικρινείς με τον εαυτό τους;
[Χτες ήταν η γιορτή της γυναίκας και κάπου διάβασα πως «η γυναίκα είναι γιορτή κάθε μέρα». Μια σκέψη υπέροχη που, επειδή γράφτηκε, ανήκει σε όλους και μπορεί να κάνει άντρες και γυναίκες να «φιλοσοφήσουν» πάνω στο γοητευτικό μυστήριο της γυναίκας.]
Αυτά για σήμερα, γιατί κάποιες υποχρεώσεις δεν μπορούν να περιμένουν!
Πάντα δικός σου, αγαπημένη μου…










[Ερωτικές επιστολές: 2η.]
Αθήνα 05 /04 /20...

Αγαπημένη μου σε φιλώ.
Δεν τολμώ ακόμα να γράψω το όνομά σου, γιατί για μένα παραμένει ανείπωτο σαν σύμβολο της απόλυτης ομορφιάς.
Χτες βράδυ μιλούσαμε στο τηλέφωνο για μισή ώρα ή και παραπάνω. Θα μπορούσα να ξενυχτίσω στον τηλεφωνικό θάλαμο μιλώντας σου επί ώρες, αλλά φοβή θηκα μήπως χάσεις τον ύπνο σου, και δε θέλω να σε νιώθω κουρασμένη. Μπροστά μου εκτεινόταν η απέραντη θάλασσα με όλα τα σκοτάδια του ουρανού πάνω της. Η φωνή σου, όμως, ήταν ο φάρος που καθοδηγούσε τις σκέψεις μου, και καθώς ανακαλούσα τη μορφή σου, ανέβαινα πάνω σε όποιο καράβι περνούσε και ταξίδευα. Αρμένιζα κανονικά με το καράβι μου που έχει το όνομά σου, να κάνω το μακρύτερο ταξίδι της ζωής μου που είσαι εσύ.
Το σώμα σου, η ψυχή σου, όλος ο κόσμος σου, ο μικρός ο μέγας. Ό,τι λες εσύ, φτάνει στ’ αυτιά μου, στην ψυχή μου, σαν μια δροσερή αύρα που με δροσίζει ακατάπαυστα. Όταν χαμογελάς, ένα κοπάδι περιστέρια με παίρνουν μαζί τους στον ουρανό. Πετώ πάνω απ’ τα σύννεφα και συναντώ τη θεά μου και αγιάζονται όλες οι αισθήσεις μου. Ηρεμεί το βλέμμα, το πρόσωπό μου λάμπει την ώρα που χάνομαι στην αγκαλιά σου. Όλα τα πράγματα είσαι εσύ, γιατί όλος ο κόσμος είσαι εσύ, και πόσο μ’ αρέσει που κατοικώ σ’ έναν τέτοιο μεταμορφωμένο κόσμο! Λύνονται τα δεσμά μου, επιβιώνω ισορροπώντας στην καθημερινή συμβατικό τητά μου.
Τότε φοβάμαι λίγο για σένα. Είσαι η θεός μου που έγινες άνθρωπος και φοβάμαι μήπως σ’ εμποδίζω στη γήινη αποστολή σου. Σε λατρεύω σαν ει δωλολάτρης, προσκυνώ ακατάπαυστα τη χάρη σου, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να γίνω ο αγαπημένος μαθητής σου. Ξέρω πως σ’ αγαπώ και θα σου μείνω πιστός άχρι θανάτου, αλλά ίσως να μην είμαι αντάξιος της αγάπης σου. Δεν μπορώ να σε προδώσω και να φύγω, δεν διανοούμαι να σε οδη γήσω σε σταυρό· αντιθέτως, δε θ’ αρνηθώ να σταυρωθώ για χάρη σου…
Σ’ ακολουθώ στο δρόμο του έρωτα χωρίς καμιά αναστολή. Λατρεύω όχι μονάχα εσένα, αλλά και ό,τι αγγίζει το σώμα σου και την ψυχή σου. Αγαπώ τους φίλους σου όσο είναι φίλοι σου, και μια και δεν έχεις εχθρούς, δεν μισώ κανέναν. Θέλω να μιλώ για σένα, αλλά επειδή κανένας δεν μπορεί να καταλάβει το δόγμα της αγάπης μας, κάθομαι και σου γράφω αυτά που ήθελα να βροντοφωνάξω στον κόσμο. Θα περάσουν πολλά χρό νια για ν’ αυξηθούν οι οπαδοί της θρησκείας μας, εγώ έχω όμως την υπο μονή και την βεβαιότητα να περιμένω. Μπορεί ο χρόνος να μην είναι σύμ μαχός μας, αλλά η ποίηση μάς βοηθάει να ζούμε σωρευτικά τους αιώνες. Έτσι, κάθε μέρα που ζούμε μαζί, ισοδυναμεί μ’ έναν αιώνα. Κάθε γράμμα που σου γράφω, θ’ αποτελέσει τις επιστολές του ιερού βιβλίου του έρωτά μας. Κάθε φιλί που γεννιέται στο αγκάλιασμά μας, είναι κι ένα αστέρι στο δικό μας σύμπαν.
Πόσα μπορώ να σου γράφω ακόμα! Πόσο μπορώ να σου μιλάω αλλά, το κυριότερο, πόσο μπορώ να κάθομαι και να σ’ ακούω! Τα ασήμαντα γίνο νται σημαντικά επειδή τα λες εσύ. Οι λέξεις ομορφαίνουν επειδή έχουν την τύχη να διαβούν από το στόμα σου. Η ύπαρξή μου αποκτάει αξία, μόνο γιατί εσύ με πρόσεξες και μ’ αγάπησες.
Λέω να σταματήσω εδώ το γράμμα μου, γιατί ό,τι κι αν γράψω, θα είναι λίγο γι’ αυτά που μ’ έκανες να νιώσω. Θα προσπαθήσω να έρθω το βράδυ, ν’ ανάψω κερί στην εκκλησιά μου. Να γονατίσω όχι μπροστά στην εικόνα σου, αλλά μπροστά στην ολοζώντανη αλήθεια της αγάπης μας.
Θα έρθω να ασπαστώ το πρόσωπο του ζωντανού θεού, να ενωθώ μαζί σου για να βεβαιώνεται η σωτηρία μου διαρκώς.
Πάντα δικός σου,
Αρχαίος έλληνας ειδωλολάτρης
Βυζαντινός μυστικός θεολόγος
Φτωχός ποιητής-υμνογράφος της ομορφιάς σου

Ποιος είμαι;
Αυτός που χωρίς εσένα δεν υπάρχει…










[Ερωτικές επιστολές: 3η.]

Αθήνα 13/6/20..

Αγαπημένη μου σε φιλώ.
Πώς ν’ αρχίσω; Θέλω να σου πω τόσα πολλά που φοβάμαι τις ίδιες τις λέξεις. Φοβάμαι δηλαδή μην πεις πως είμαι ερωτευμένος με τις λέξεις και τα σχήματά τους και όχι μ’ εσένα, που είσαι η αιτία, ο λόγος για τον οποίο αξίζει να υπάρχουν αυτές οι λέξεις.
Μα δε γίνεται αλλιώς. Όταν η απλή και παντοδύναμη φράση ‘‘σ’ αγαπώ’’ έχει κακομεταχειριστεί τόσο πολύ που δεν την πιστεύει πια κανείς, τι άλλο μου μένει από μια απελπισμένη προσπάθεια να σου περιγράψω αυτό που νιώθω, αισθάνομαι, ζω τελικά μαζί σου; Ξέρω πως θα με διαβάσεις μέχρι τέλους, γιατί ακόμα κι αν δεν με πιστεύεις τελείως, σου αρέσει ν’ ακούς τα ‘‘παραμύθια’’ μου.
Θα ήθελες να είναι αλήθεια όσα σου λέω και σου γράφω. Γι’ αυτό δικαίως αναρωτιέσαι αν είσαι θύμα της ποιητικής εμπλοκής των λέξεων ή συνηθισμένων καταστάσεων της ζωής, αλλά πάντως θύμα… Όντως θα είναι άδικο να έχεις αγαπήσει πραγματικά και να καταλάβεις αργότερα πως αγάπησες μια σκιά στον καθρέφτη σου. Έχεις δίκιο να αναρωτιέσαι αν σ’ αγαπάω. Δεν λέω ότι αμφιβάλλεις, απλώς δεν τολμάς να πιστέψεις πως είσαι τόσο τυχερή ώστε να βιώνεις έναν τόσο δυνατό και σπάνιο έρωτα. Πιο εύκολο είναι να δεχτείς το συνηθισμένο, ότι απλά ξεκουράζομαι κοντά σου και αυτή την ευτυχία μου την επενδύω με την ποιητική του λόγου για να φαίνονται όλα πιο όμορφα.
Αχ, πόσα θέλω να σου πω και δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω… Έτσι θα νιώθω κι όταν τελειώσει αυτό το γράμμα, πως είμαι ακόμα στην αρχή. Γι’ αυτό ούτε κι εγώ εμπιστεύομαι τις λέξεις μου, ακόμα και όταν γίνονται ποιήματα, τραγούδια ή παραμύθια…
Σου είπα πιο πάνω πως δεν τολμάς να πιστέψεις ότι είσαι τόσο τυχερή. Μα δεν είσαι τυχερή αγαπημένη μου, το αντίθετο μάλιστα. [Δεν μπορώ να συνεχίσω να γράφω. Είμαι σε καφετέρια και δίπλα μου κάθισαν τρεις που μιλάνε τόσο δυνατά, που δεν μ’ αφήνουν να συγκεντρωθώ. Βέβαια η κυρία είναι ξανθιά και δικαιολογείται. Μόλις είπαν το εξής: «Άνοιξε το δρόμο ο Ανδρέας Παπανδρέου». Γελάνε, γελάει δυνατά και η άλλη η καστανόξανθη. Ο τύπος αγορεύει κι εγώ δεν έχω ωτασπίδες. Θα προσπαθήσω να διαβάσω τους ‘‘Δουβλινέζους’’ του Τζόυς].
Θα προσπαθήσω να συνεχίσω σήμερα, αλλάζοντας καφετέρια και παραστάσεις.
Είπα πιο πάνω ότι δεν είσαι τόσο τυχερή, για να τύχει σ’ εσένα ένας σπάνιος έρωτας, το αντίθετο μάλιστα. Το αντίθετο όμως δεν είναι υποχρεωτικά ούτε το άτυχη, ούτε το δυστυχισμένη. Αν θέλεις, το ‘‘άτυχη’’ μπορεί να ισχύει με την έννοια του χρόνου. Ότι δηλαδή γιατί να συμβεί τώρα και όχι παλιότερα, ώστε να μπορούσες να βλέπεις λίγο διαφορετικά τη σχέση μας. Επειδή όμως αυτό δεν μπορούσε να συμβεί, γιατί εγώ δεν ήξερα πως είχες γεννηθεί ώστε να περιμένω να μεγαλώσεις, τότε ο χρόνος δεν λειτούργησε άδικα εις βάρος μας. Ούτε μπορείς να παραπονιέσαι, γιατί δεν εμφανίστηκε κάποιος σαν εμένα για να ομορφύνει για πάντα τη ζωή σου. Εσύ φυσικά δεν το κάνεις αυτό, απλά το λέω για τις στιγμές που θα ήθελες να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ίσως είναι οι στιγμές που μπορεί κάθε άνθρωπος να νιώσει λίγο δυστυχής για την ανολοκλήρωτη ευτυχία του.
Τότε, τέλος πάντων, τι ισχύει; Ότι ένας έρωτας δεν χαρακτηρίζεται με έννοιες και λέξεις όπως ‘‘τυχερός, δυστυχισμένος, άτυχος’’. Ένας έρωτας δεν είναι απλά ένα αίσθημα, μια ευκαιρία να περάσεις καλά κάποιο μέρος της ζωής σου. Ένας έρωτας είναι η ίδια η ζωή μας. Άμα αγαπάς τη ζωή σου, προσπαθείς να την καλυτερέψεις, να την ομορφύνεις. Όταν βρεις, λοιπόν, το λόγο για τον οποίο νιώθεις, ζεις όμορφα τη ζωή σου, τότε προσπαθείς να διαφυλάξεις ως κόρη οφθαλμού αυτό το δικαίωμα, αυτή τη δυνατότητα που απέκτησες. Γι’ αυτό το λόγο η λέξη ‘‘τυχερός’’ δεν καλύπτει ολοκληρωτικά τη ζωή ενός ανθρώπου.
Είσαι αυτή που είσαι, έτσι σε γνώρισα κι έτσι σ’ αγάπησα. Ούτε άτυχη ούτε τυχερή, γιατί εγώ σ’ αγάπησα με τρόπο και δύναμη πρωτόγνωρη. Είσαι αυτή που είσαι, ξέρεις τι συμβαίνει πραγματικά μ’ εμάς και διαρκώς θα βασανίζεσαι από τα διλήμματα που βάζει η ίδια η ζωή: Συντεταγμένη προσαρμογή ή αντισυμβατική ευτυχία; Υπάρχει σωστή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα; Υπάρχεις εσύ, αγαπημένη μου. Για μένα εσύ είσαι η απάντησή μου. Εσύ τι απάντηση θα δώσεις;
[Άλλη μέρα που συνεχίζω να γράφω και μ’ άλλο στυλό. Δεν έχω μαζί μου την ασημένια απόχρωση της απάντησής μου. Αν και θα προτιμούσα να σε φαντάζομαι σαν το ‘‘χρυσό νησί’’ μου, όπου εξαιτίας σου ό,τι με συνδέει μ’ εσένα έχει ανεκτίμητη αξία και λάμπει μέσα μου σαν χρυσάφι].
Ναι, δεν ξέρω τι απάντηση ακριβώς θα μπορούσες να δώσεις στο πιο πάνω ερώτημα. Σε ξέρω αρκετά, ώστε μπορώ να πω πως έχω πολλά να μάθω ακόμα για σένα… Χαίρεσαι το παρόν και το αφήνεις να μεγαλώνει. Μια μέρα ακόμα, μια εβδομάδα, μια αιωνιότητα; Όλα είναι πιθανά για σένα. Μπορεί εγώ να ζω τον έρωτά μας με προοπτική αιωνιότητας, αλλά εσύ είσαι εσύ. Φυσικά πολύ θα ήθελα μια απάντηση στο γράμμα μου, αλλά δεν ελπίζω και πολύ πως θ’ αξιωθώ να διαβάσω κάποιες γραμμές δικές σου. Ήδη έχεις μυριστεί τη δύναμη της γραφής. Οι λέξεις δεν είναι απλά σύμβολα επικοινωνίας, είναι ταυτόχρονα και παγίδα. Αν συχνά ‘‘δε θυμάσαι’’ πράγματα που είπες κι εγώ τα σημείωσα γιατί μου άρεσαν και με ‘‘συμφέρουν’’, πόσο μάλλον αυτό θα συμβεί με κάθε γραπτό ντοκουμέντο. Αλλά θα ελπίζω…
Επανέρχομαι. Από πού όμως να ξαναπιάσω το νήμα της γραφής; Βλέπεις, αλλάζουν οι μέρες, αλλάζουν κι αυτά που θέλω να σου πω. Μιλάω για τη σειρά των συλλογισμών, γιατί το θέμα παραμένει το ίδιο. Ξέρω πως μ’ αγαπάς, ξέρω πως σ’ αγαπώ. Εσύ πολύ καλά γνωρίζεις ότι μ’ αγάπησες πριν μου το πεις. Διακινδυνεύεις μαζί μου, ώρες-ώρες, την ίδια σου την ύπαρξη. Πάνω εκεί δικαίως αμφιβάλλεις, αν είναι αλήθεια αυτά που βλέπεις και ακούς. Ή μήπως η ζωή σού έχει στήσει την πιο γνωστή παγίδα της ντυμένη με λέξεις, στίχους και παραμύθια; Ότι αυτά που εγώ λέω δεσμά, δεν είναι τίποτε άλλο από την εξασφαλισμένη βεβαιότητά μου, στην οποία θα επιστρέψω ήσυχα κάποια μέρα. Εσύ τι; Θα μείνεις με τη μνήμη του καθρέφτη…
[Τελικά ένα γράμμα σε συνέχειες δεν μπορείς να το ελέγξεις. Ίσως είναι καλύτερα έτσι, γιατί ενώ το κεντρικό θέμα παραμένει το ίδιο, συνεχώς προκύπτουν νέες παράμετροι. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσα να καλύψω σ’ ένα γράμμα κάθε πλευρά της σχέσης μας].
Η μνήμη του καθρέφτη λοιπόν. Ξέρουμε πολύ καλά κι οι δυο τι έχουμε δει στον καθρέφτη σου και τι μνήμες θα ανακαλείς όταν στέκεσαι απέναντί του. Αλλά και όταν αλλάξεις σπίτι και αυτός θα δέχεται άλλες εικόνες, εμείς ποτέ δεν θα ξεχάσουμε αυτά που είδαμε με τα μάτια μας. Η μνήμη του καθρέφτη είναι η φωτογραφία της ζωής μας. Τα βλέμματά μας, τα φιλιά, οι αγκαλιές μας έχουν αποτυπωθεί ως αναφαίρετο δικαίωμα στον καθρέφτη μας, ως δυνατότητα σωτηρίας. Έτσι ακριβώς, αγάπη μου. Όχι μόνο γιατί είναι ποτέ δυνατόν να ξεχάσει ο ένας τον άλλον, αλλά επειδή είδαμε τους εαυτούς μας από απόσταση. Και αυτό επειδή μας άρεσε, ομορφαίνει όχι μόνο το παρόν μας, αλλά παραμένει ελπίδα σωτηρίας και για το όποιο αύριο.
Σήμερα, Πέμπτη μεσημέρι, είπαμε τόσα πολλά που ίσως κάνουν περιττό το παρόν γράμμα. Επειδή όμως οι ατέλειωτες ώρες μας έχουν γεμίσει με χιλιάδες συζητήσεις, ο γραπτός λόγος πάντα θα κρατάει την αξία του. Ειδικά μ’ εσένα, και μη γελάσεις πάλι…, που μ’ έμαθες να σέβομαι κάποιες λέξεις και να μη τις χρησιμοποιώ εύκολα, ο γραπτός λόγος αποκτάει ξεχωριστή αξία. ‘‘Σ αγαπώ’’ εγώ, ‘‘σ’ αγαπάω’’ εσύ, να δυο κοινόχρηστες φράσεις που εξαιτίας σου απέκτησαν την αρχική τους σημασία.
Πόσο δυνατή αισθάνεσαι να προστατέψεις το δικαίωμά σου να πας εκεί όπου σε πηγαίνει η καρδιά σου; Νομίζεις ότι δεν είσαι για τα δύσκολα, εσύ που μέχρι τώρα τα έχεις καταφέρει θαυμάσια. Διακινδυνεύει ο καθένας ό,τι έχει, κι εσύ έχεις τρομάξει μ’ αυτά που μέχρι τώρα κατάφερες. Παλεύεις με τη λογική σου, με τη λογική του κόσμου δηλαδή. Η μνήμη του καθρέφτη θα σε βοηθήσει στο διάστημα της φυσικής απουσίας μου. Δεν ζούμε κάτι το συνηθισμένο και συνήθως οι άνθρωποι δεν αντέχουν για πολύ τέτοια δυνατά αισθήματα.
Σ’ αγαπώ και θέλω την ευτυχία σου με κάθε τρόπο. Μ’ αγαπάς και δε θέλεις να υποφέρω. Η αγάπη πάντα βρίσκει λύσεις, γιατί είναι παντοδύναμη. Αν ο Θεός αγάπη εστί, τότε και η αγάπη εστί Θεός. Η αγάπη έξω βάλλει το φόβο και ουδέποτε εκπίπτει. Μην τρομάζεις, μπορείς ν’ αντέξεις αυτή τη φοβερή αλήθεια. ‘‘Εστί’’, ο διαρκής ενεστώτας της Αγάπης και της αγάπης μας. Αυτό το ‘‘Εστί’’ είναι και η μνήμη του καθρέφτη, ότι αυτό που ζήσαμε, είναι αυτό που ζούμε και ότι μπορούμε διηνεκώς να το ζούμε.
Αρκετά για σήμερα; Αν μου γράψεις λίγες γραμμές, θα με κάνεις και άλλο ευτυχισμένο…
Πάντα δικός σου
Α.





[Ερωτικές επιστολές: 4η.]
Αθήνα, Παρασκευή 08/08/20…

Αγαπημένη μου σε φιλώ.
Σήμερα αγόρασα το βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι «Είναι αργά, όλο και πιο αργά». Το αγόρασα λόγω τίτλου, παρότι είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα για το δύσκολο ή αδύνατον του έρωτα. Χθες και σήμερα βρίσκομαι όλο και σε μεγαλύτερη θλίψη. Δεν μπορώ να σου μιλήσω, μόνο κανένα μήνυμα ανταλλάσσουμε πλέον. Χτες ξέχασες να πάρεις μαζί σου το κινητό, και γύρισες πολύ αργά το βράδυ. Σήμερα, μάλλον πάλι το άφησες στο σπίτι… Ναι, μάλλον καταλαβαίνω. Ανήκω κι εγώ σ’ έναν από τους 17 άνδρες αφηγητές, μεσήλικας, μορφωμένος αν και όχι κοσμοπολίτης. Όλοι αυτοί απευθύνουν τις επιστολές σε ισάριθμες φανταστικές αγαπημένες. «Τίποτε δεν είναι πραγματικό ή αυτοβιογραφικό, κι όμως τα πάντα είναι αληθινά, διότι όλα αντιμετατίθενται, αλλοιώνονται, γίνονται πανανθρώπινα».
Ο Ταμπούκι κινείται στο χώρο της νοσταλγίας. Εγώ; Υπήρξες πράγματι στη ζωή μου ή όλ’ αυτά τα ονειρεύτηκα και τα έζησα στις προηγούμενες σελίδες σαν να ήταν αληθινά; Σε ποια γράφω τώρα; Προσπαθείς με κάθε τρόπο να με πείσεις πως δεν υπάρχεις, πως ό,τι νομίζω ότι έζησα, δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στα μίζερα όνειρά μου. Βέβαια εγώ, στο ερωτικό παραλήρημά μου, σου είπα πως για μένα το διάλειμμα κρατάει δυο ζωές. Έτσι έζησα αρκετό διάστημα μέσα στο όνειρο, τώρα όμως αναγκάζομαι να φιλοσοφήσω πάνω στον τίτλο του βιβλίου του Ταμπούκι.
[Αφήνω τη συνέχεια για αύριο, μήπως και πάρεις τηλέφωνο το βράδυ, μήπως και ξέχασες πάλι το κινητό στο σπίτι… ]
Είμαι μπροστά στη θάλασσα, τα νερά της τα διαπερνάει ένα γαλήνιο ρίγος. Αλλά, όπως λέει και ο Σολωμός,«τα στήθια μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Φαινομενικά είμαι γαλήνιος, σχεδόν νεκρός. Δε μπορώ να θυμώσω με τίποτε, δεν έχω δύναμη να κάνω τίποτε. Γυρνάω στα καφενεία όλη μέρα, για να είμαι κάπου ώστε να μην είμαι πουθενά. Αφού δεν έχω λόγο στη ζωή σου, δεν βρίσκω να έχω και στη δική μου, γιατί δεν έχω πια δική μου ζωή. Απλώς διεκπεραιώνω συμβατικούς ρόλους. Η μόνη μου ανακούφιση είναι να σου στέλνω μηνύματα, στα οποία εσύ σπάνια απαντάς, ή να σου γράφω γράμματα, τα οποία πιθανόν να μη διαβάσεις ποτέ. Την ώρα που άρχισα να υπάρχω κοντά σου, αποφάσισες εσύ να φύγεις μακριά μου, και πώς μπορώ, αφού ούτε και θέλω, να σε εμποδίσω;
Ατενίζω τη θάλασσα και τις μικρές βαρκούλες που ταξιδεύουν νωχελικά πάνω της. Κάποτε το καράβι μου το έλεγαν Α[Γ]ΩΝΙΑ κι έπαιρνε το όνομά σου. Τώρα νιώθω πως είναι αργά για ταξίδια. Τι κι αν κατοικήσαμε ο ένας στα όνειρα του άλλου… Το φως της μέρας και της λογικής σου διέλυσε τέτοιες ονειροβασίες. Είμαι πολύ μεγάλος για να ζωντανέψω όνειρα ζωής, μπορώ μόνο να γράφω γι’ αυτά. Τώρα που θέλεις να φύγεις, νιώθω περισσότερο γερασμένος, χειρότερα δηλαδή κι από νεκρός. Έχω καθίσει ήδη στην καρέκλα της μελαγχολίας, αυτήν που ζωγράφισε ωραιότατα ο Ντύρερ…
Γιατί σου γράφω αφού, μάλλον, ποτέ δε θα το διαβάσεις; Πιστεύω πως θ’ αξιωθώ μια ακόμα φορά να σε συναντήσω, σαν τις υποχρεωτικές επισκέψεις στους ετοιμοθάνατους. Γιατί η θάλασσα με προκαλεί, σαν τελευταίο δείγμα ζωής, να γεμίσω με γαλάζιο χρώμα τις λευκές σελίδες μου. Ο ασημένιος στυλός σου ειρωνεύεται τα δάχτυλά μου, που είναι σχεδόν ξύλινα από την αδράνεια. Πότε ήταν που μου τον χάρισες, και με τι προσδοκίες και όνειρα τον χρησιμοποιούσα κάποτε, με τι δύναμη!. Γιατί πάντα αρέσει στους ανθρώπους να ονειρεύονται, ακόμα και οι νεκροί ονειρεύονται, γι’ αυτό και είναι πιο όμορφοι απ’ ό,τι ήταν ζωντανοί! Βλέπεις, ο λόγος μου δεν έχει ειρμό, δεν έχει σύνδεση, συνέχεια, σφρίγος. Μόνο θλίψη, που τη μεγαλώνει η απέραντη θάλασσα με την ομορφιά της. Βέβαια, ο ποιητής σου δεν πιστεύει στην ελπίδα, τη θεωρεί μια από τις πιο άχαρες ψευδαισθήσεις του ανθρώπινου γένους. Αποδέχεται την απελπισία, γιατί εκεί όπου φαίνεται πως τα χάνει όλα, μπορεί και να τα κερδίσει όλα…
Δε νιώθω, είμαι τελείως μόνος. Χαμογελάω κατά συνθήκην, τρώω από ανάγκη, καπνίζω από επιθυμία. Τι παραπάνω μπορεί να χάσει ο νεκρός; Κι όμως όλα θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν με λίγο χρώμα της φωνής σου… Το γιατί δεν το κάνεις, είναι το μυστικό του μεγάλου διλήμματός σου. Ίσως και να το βιώνεις σαν προσωπική τραγωδία, λόγω ειδικών και μόνιμων συνθηκών και αντιλήψεων ζωής. Αν κάτι μου δίνει λίγη χαρά, είναι το ότι ο θάνατος της αγάπης μας ίσως σε βοηθήσει να ζήσεις πιο ανθρώπινα. Πιο πεζά, πιο φυσιολογικά, αλλά τι να γίνει; Ξέρεις πως θα υποφέρεις στο μέλλον, αλλά η σκληρή πραγματικότητα μπορεί να νικήσει τη νοσταλγία…
Ήξερα ότι είναι αργά, αλλά εσύ με το διάλειμμα του έρωτα με έκανες να μη το δέχομαι. Τώρα με τη δικαιολογημένη στάση σου με κάνεις να νιώθω πως είναι όλο και πιο αργά... Ίσως και να μην προλάβεις τίποτε, όταν θ’ αργήσεις να με δεις από κοντά. Βέβαια, εγώ σ’ αγαπάω όπως είσαι, γιατί έτσι ήσουν πάντοτε, αλλά τώρα η απόσταση που συνηθίζεται, επιβάλλεται βίαια στην αγάπη μας… Εγώ όμως δεν την συνηθίζω, απλώς πενθώ για μιαν άνοιξη χωρίς εσένα. Ή νομίζεις πως δεν υπάρχει άνοιξη μέσα στο φθινόπωρο;
Αγαπημένη μου, ανύπαρκτο υπαρκτό μου όνειρο! Κάνε με να πιστέψω ξανά πως δεν είναι πια αργά. Όπως τότε στα γενέθλια, που μου είπες πως έχω μπροστά μου τόσα και άλλα τόσα χρόνια ζωής! Εσύ κρατάς το μαγικό ραβδί της μεταμόρφωσης. Εσύ μου δίνεις τη δύναμη να ζήσω για να δημιουργώ ή, έστω, να πεθάνω αξιοπρεπώς. Έλα να δούμε μαζί αν είναι αργά για αύριο, ή αν το παρόν μπορεί να πάρει τις διαστάσεις του μέλλοντος στο δικό μας ενεστώτα…
Ο ποιητής που ξέχασε να γράφει ποιήματα,
Ο νεκρός που αρνείται να πεθάνει…
Σε φιλώ, Πάντα δικός σου
Α.



Ερωτικές επιστολές 5η.(Μικρή, για να μη κουραστείτε)

Αθήνα 05 / 07 / 20…

Αγαπημένη μου σε φιλώ.
Λίγες μόνο λέξεις. Όχι σαν δώρο, ούτε σαν ανάμνηση. Ούτε σαν αντιβίωση της αγάπης για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τότε τι; Απλώς λίγο προσφάι της ψυχής μας. Να κοιτάζουμε αυτές τις λέξεις και να γελάμε ευτυχισμένοι. Ότι αξιωθήκαμε να μπούμε στο όνειρο με τα δικά μας βήματα, χωρίς τη βοήθεια φαντασιώσεων ή ρομαντικών εικόνων και σελίδων.
Εσύ κι εγώ αξιωθήκαμε να προφέρουμε λέξεις που υπάρχουν πραγματικά, έστω κι αν καμιά φορά εμείς ήμασταν οι ίδιες οι λέξεις. Όταν δεν μπορούσαμε να προφέρουμε τίποτε, όντας βυθισμένοι στο νόημα της αγκαλιάς μας. Όταν παίζαμε με ασήμαντες λεπτομέρειες του παρελθόντος, που ξαφνικά αποκτούσαν αξία επειδή και μόνο εμείς οι δυο ασχολούμασταν μαζί τους.
Τώρα λίγες μόνο λέξεις. Όχι σαν αποχαιρετισμό, γιατί το παρελθόν το βρίσκουμε πάντα μπροστά μας. Είναι εκεί, καθώς συναντάμε το μέλλον, είναι το τώρα, το παρόν μας. -Άλλο, βέβαια, το τι δύναμη θα επιτρέψουμε στο παρελθόν να έχει πάνω μας…- Είμαστε αυτό που είμαστε μέσα στην απόλυτη ελευθερία της αγάπης. Τόσο απόλυτη που καμιά φορά δυσκολευόμαστε να πούμε ‘‘όχι’’ σ’ αυτόν που αγαπάμε.
Σκόρπιες λέξεις, χωρίς προσυνεννόηση του λογικού. Χωρίς κάτι συγκεκριμένο να θέλω να σου πω, έτσι σαν δροσιά για το δρόμο του καλοκαιριού. Τι θα γίνει μετά, τι θα κάνουμε, ας αφήσουμε την αγάπη ν’ αποφασίσει. Η λογική δεν είναι πάντα άσχημος σύμβουλος, αλλά τι μπορεί να ξέρει αυτή από την κυκλοφορία του αίματος εν οδώ ονείρων;
Δεν πλήρωσα τίποτα για τις λέξεις που γράφω… Μονάχα μια ψυχή κι έναν ωκεανό αισθημάτων που απλόχερα σαν βροχή έπεφταν πάνω σου. Εσύ νόμιζες πως ήταν ίδρωτας; Όχι, δεν ήταν ίδρωτας, αλλά λιωμένα όνειρα, χαρές που με πλημμύριζαν στο άγγιγμά σου. Είναι παράλογη τέτοια ευτυχία. Είναι ύβρις τέτοιος έρωτας για τους ανθρώπους…
Δεν έχω παρά μόνο λέξεις να προσφέρω… Μονάχα μια ζωή μου στοίχισαν, μονάχα μια ζωή μου πήρε για να μπορώ να τις κάνω να μιλούν για σένα. Για να μπορώ να φανερώνομαι αληθινός μπροστά σου, όμοια τρελός που δεν αντέχει τη λογική που σφάζει ανθρώπινες ζωές. Πουλιά που τραγούδαγαν σαν κρίνα. Λέξεις που μιλούν σαν άνθρωποι. Κι εγώ σ’ αγαπώ!
Καλό καλοκαίρι αγαπημένη μου.
Πάντα δικός σου
A.


Ερωτικές επιστολές: 6η (Γράμμα στην ανώνυμη αγαπημένη).

Αγαπημένη μου,
Κάθομαι μόνος και σε περιμένω. Είμαι τόσο σίγουρος πως θα ’ρθεις, που σου γράφω τώρα το γράμμα, ώστε να το βρεις έτοιμο να το διαβάσεις. Και ξέρω πως δε θα πεις ότι είναι ένα γράμμα που θα ήθελε να διαβάσει κάθε γυναίκα, γιατί αμέσως θα νιώσεις ότι είναι προσωπικό, ότι είναι μόνο για σένα.
Πώς συναντιούνται δυο άνθρωποι; Πώς καταλαβαίνουν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον; Μόνο εσύ θα ρίξεις ένα βλέμμα και θα ξέρεις ότι είμαι δικός σου. Δε θα ξέρεις ούτε το όνομά μου, αλλά θα γνωρίζεις ότι η καρδιά μου χτυπάει ακόμα γιατί περιμένει εσένα. Δε θα πεις τίποτε. Μόνο θα χαμογελάσεις και θα καθίσεις δίπλα μου. Κι εγώ δε θα σηκωθώ. Θα πιάσω το χέρι σου και θα πω: «Ήρθες. Να παραγγείλω τον φρέντο καπουτσίνο σου;» Η σερβιτόρα είναι γνωστή και θα σου χαμογελάσει εγκάρδια. Εσύ θ’ ανταποδώσεις χωρίς κανένα ίχνος ζήλειας. Με κοιτάζεις και βεβαιώνεσαι ότι μόνο εσένα περίμενα. Τώρα μου χαϊδεύεις εσύ το χέρι και λες τη λέξη που προσμένω. Η λέξη είναι το όνομα και μόλις το πεις, γίνεται αμέσως ο ήχος ο αγαπημένος μου. Μπορεί να σε λένε Ευτέρπη ή Λαμπρινή, Δήμητρα ή Πανωραία. Όποιο κι αν είναι, θα είναι ο ήλιος που θα φωτίζει τη ζωή μου.
Κι εγώ, για να γελάσεις, θα δείξω την ταυτότητά μου. Και θα γελάσεις, γιατί εκεί η φωτογραφία δείχνει κάποιον φοβισμένο και κουρασμένο πρόωρα από τα έργα της εξουσίας. Αλλά εσύ θα βλέπεις άλλον. Όλες οι ρυτίδες έχουν χαθεί στο πρόσωπό μου, που τώρα λάμπει και χαμογελάει. Τα μάτια φλογίζουν αστραπές χαράς και όλο μου το σώμα ακολουθεί σε νιότη και ζωντάνια. Γιατί ήρθες εσύ, ήρθε ο έρωτας και η ζωή μαζί σου. Ούτε εσύ, μήτε κι εγώ, πιστεύουμε στον κεραυνοβόλο έρωτα. Εμείς ακολουθούμε τη μυστική φωνή που μας προστάζει να βρούμε το όνειρο. Ό,τι κι αν έγινε ως τώρα, έγινε γιατί δεν αφουγκραστήκαμε καθαρά την εντολή ‘‘Βρες το όνειρο’’. Πότε η ανάγκη, πότε η βιασύνη, πότε το ποτό, μας μπέρδεψαν, μας καθυστέρησαν, μας έδειξαν τις τραγωδίες που γέννησαν τα λάθη. Ύστερα, μάθαμε και περπατούσαμε σαν τις γάτες στο σκοτάδι. Εκεί που οι άλλοι δεν έβλεπαν τίποτα, που σκοτείνιαζε ο κόσμος τους, εμείς προχωρούσαμε στο σκοπό μας. Δεν υπάρχει τρόλεϊ ή λεωφορείο που να μη ταξίδεψα ως το τέλος τής διαδρομής τους. Κάθε σταθμός του Μετρό και μία ευκαιρία να φανερωθώ. Άλλαζα κάθε μέρα καφετέρια και ξεκουραζόμουν σ’ αυτές που βρίσκονται στους πολυσύχναστους δρόμους. Πόσες όμορφες γυναίκες πέρασαν και δε με συγκίνησαν… Κι ας νόμιζαν ότι τις κοίταζα κι έστρεφαν τα μάτια τους στα κεραμίδια ή στον ουρανό.
Ένα ταξίδι έγινε η ζωή μου. Ένας αγώνας να ζω για να σε συναντήσω. Δεν έγραψα ποιήματα, γιατί κρατούσα κάθε ομορφιά για σένα. Πίσω από κάθε γλυκιά ιστορία, ήμασταν εμείς οι πρωταγωνιστές. Κάθε ζευγάρι αγκαλιασμένο ήταν η ζωγραφιά που εμείς θα ολοκληρώναμε σε πίνακα.
Αλλά όλα αυτά τα ξέρεις, γιατί αδημονούσες να με συναντήσεις. Δεν έδωσα σχήμα στη μορφή σου, για να μπορώ να σε αγαπήσω με όποιο πρόσωπο ερχόσουν. Γυναίκα εσύ, αγαπημένο όνειρο, τώρα είσαι εδώ και συντροφεύεις τον καφέ μου. Και δε θα γελάσεις που θα διαβάζεις τέτοιους ύμνους. Πρώτα ένα φιλί. Ύστερα θα πάρεις το στυλό και δίπλα στο όνομά μου θα γράψεις το δικό σου. Σαν τα παιδιά που σκάλιζαν τα ονόματά τους στους κορμούς, και δίπλα καρδιές που από τότε στάζουν αίμα.
Τώρα που σε συνάντησα, απέκτησε όνομα η ζωή μου. Τώρα που σε φίλησα, ξαναβρήκε τους χτύπους η καρδιά μου. Τώρα που σου γράφω, γνωρίζω ότι αξίζει να ζεις και να πιστεύεις στο όνειρο.
Τώρα που σου γράφω σε αγαπώ, αιώνια γυναίκα, αγαπημένη!
Σε φιλώ, παντοτινά δικός σου,
Α.

Θέλω να μείνεις.

Αγάπη μου, πώς φτάσαμε εδώ; Κοιτάζω τα γράμματα που στέλναμε ο ένας στον άλλον και τα διαβάζαμε αγκαλιασμένοι. Θυμάσαι που το ζήτησες;
«Μου αρέσει να λαβαίνω γράμματα», έλεγες.
«Κι εγώ», απάντησα, κι έτσι μιλούσαμε με λέξεις ζωντανές. Γιατί όταν μιλάς, γρήγορα ξεχνιούνται αυτά που λες, ενώ όταν τα γράφεις μένουν εκεί και τα ξαναδιαβάζεις πριν τα υπογράψεις. Νιώθεις αυτά που λες ώς τις άκρες των δακτύλων σου. Βλέπεις ποια είναι τα πραγματικά σου αισθήματα και χαίρεσαι που υπάρχει άνθρωπος που τα αξίζει.
Πώς περιμέναμε εκείνη τη στιγμή! Αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι διαβάζαμε τα λόγια της αγάπης μας και ύστερα χανόμασταν σε χάδια και φιλιά. Πόσο ευτυχισμένη ήσουν με την ποίηση που ξεχείλιζε για σένα… Εσύ μου έγραφες πιο λίγα, γιατί σεβόσουν περισσότερο τις λέξεις. Έλεγες ότι τις φοβόσουν, ότι δεν ήθελες να πεις περισσότερα απ’ όσα ένιωθες… ‘‘Σ’ αγαπώ’’, έγραφα εγώ. ‘‘Σ’ αγαπάω’’, εσύ.
Κι όμως, πόσο πιο όμορφος ακουγόταν ο ήχος ο δικός σου… Όταν άρχισα να το λέω κι εγώ, έκανες πως θύμωσες. ‘‘Είναι δικό μου, μην το κλέβεις’’, έλεγες ναζιάρικα. Εγώ σ’ αγκάλιαζα και σε φίλαγα στην πλάτη, όταν γύριζες από την άλλη μεριά.
Μια φορά την εβδομάδα γινόταν η ιερουργία της ανάγνωσης. Παρασκευή βράδυ ήταν το βράδυ της αγάπης. Αργότερα έγινε μια φορά το μήνα, γιατί δεν ήθελες να λες τα ίδια πράγματα, μια και δεν είχες το ταλέντο να τα επινοείς.
Χρόνια κράτησε το ‘‘βράδυ της αγάπης’’. Πάλευε η ζωή με τους δαίμονές της και δεν κατάφερνε να σβήσει τη φωτιά. Σε ζήλευαν για την ευτυχία σου και προσπάθησαν να με συκοφαντήσουν. Εσύ ήσουν σίγουρη για μένα, γιατί τα γράμματα μιλούσαν στην καρδιά σου και γνώριζες ότι εγώ ποτέ δε θα την πλήγωνα.
Ύστερα τι έγινε; Είπες να σταματήσουμε τα γράμματα για να μη ξεφτίσει αυτή η ομορφιά που αξιωθήκαμε. Σε πήρα στην αγκαλιά και το δέχτηκα μ’ ένα φιλί. Τότε, λες και συνωμότησε η κόλαση με τα στοιχειά της, πλάκωσαν όλα τα προβλήματα.
Πρώτα οι γονείς σου, που είχαν άλλα όνειρα για σένα κι έσταξαν δηλητήριο στη ζωή σου. Ύστερα η δουλειά μου, που έγινε μερική απασχόληση και στερηθήκαμε τα βασικά. ‘‘Έχω την αγάπη σου κι αυτό μου φτάνει’’, ψιθύριζες ευτυχισμένη για να με κάνεις να χαμογελάω. Μα είχες σκιές στα μάτια σου και όχι από τη φτώχεια. Λιγόστεψαν τα ερωτικά σου λόγια, κι εγώ επέμενα να τα ζητάω…. ‘‘Τίποτε δεν άλλαξε’’, έλεγες εσύ, μα εγώ πονούσα γιατί γνώριζα.
Άρχισα να γράφω για σένα και ξαναβρήκα το χαμόγελο. Αλλά όταν ήσουν μόνη… Κατέβαιναν όλα τα σύννεφα του Ολύμπου στα μάτια σου, πάγωναν τα χέρια σου και η τηλεόραση έπαιζε αδιάφορα, για συντροφιά. Τότε τα παρατούσα όλα και χωνόμουν στην αγκαλιά σου. Μ’ έπαιρνες στο στήθος σου και με χάιδευες, σαν το παιδί που δεν ήθελες ποτέ να αποκτήσεις. Με φίλαγες και δάκρυζα πάλι από ευτυχία. Έτσι κοιμόμασταν… Πώς να διώξω αυτή την παγωνιά από τα μάτια σου; ‘‘Δεν είμαι δυνατή’’ έλεγες εσύ, κι έσκυβες το κεφάλι. ‘‘Θα είμαι εγώ και για τους δυο μας’’, σου έλεγα κοιτώντας σε στα μάτια.
Ήταν η κόλαση της αγάπης που μπήκε στη ζωή μας. Ό,τι και να έκανες, θα ήσουν δυστυχισμένη… Αν έμενες κοντά μου, δε θα είχες καλημέρα με τους δικούς σου. Αν έφευγες από μένα, θα πενθούσες σε όλη τη ζωή σου. Δεν ήθελες να αποφασίσεις ποια κόλαση θα διάλεγες και διάλεξα εγώ να φύγω… Όχι ακριβώς γιατί ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές, αλλά γιατί μια μέρα, κάποια μέρα…, θα μπορούσες να ξαναρθείς κοντά μου.
Πάει καιρός που πέρασε, όχι πολύς. Μετάνιωσα που τόσο εύκολα σε άφησα να φύγεις. Δεν είναι ζωή αυτή χωρίς εσένα… Κι εσύ να δυστυχείς, ανόητα, μακριά μου.
Θέλω να μείνεις, γιατί ποτέ δεν έχεις φύγει. Να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου και να μη ξαναβγείς ποτέ από το όνειρο. Δεν υπάρχει πρόβλημα που δεν μπορεί να λύσει η αγάπη, αγάπη μου.
Θέλω να μείνεις εδώ που αγαπάς.
Θέλω να μείνεις, γιατί δεν μπορώ χωρίς εσένα, αγαπημένη μου. Θέλω να μαλώσουμε μια φορά σαν άνθρωποι· εγώ να φύγω θυμωμένος και να γυρίσω τρέχοντας να γονατίσω για συγγνώμη.
Θέλω να μείνεις, να μου σφραγίσεις εσύ τη ζωή με το φιλί σου.
Θέλω να μείνεις, λέω το βράδυ, το πρωί, με ήλιο, με βροχή, χειμώνα-καλοκαίρι.
Θέλω να μείνεις, με κάθε χτύπο της καρδιάς, με κάθε ανάσα.
Στα τόσα γράμματα, άλλο ένα. Στα τόσα λόγια της αγάπης, αυτή είναι η τελευταία φράση της ζωής μας.
Θέλω να μείνεις!!!
Μόνο δικός σου, για πάντα, θέλω να είμαι.
Α.



Ερωτικές επιστολές: 8η.[Από την καθημερινότητα της αγάπης].

  Αθήνα  25 / 06 / 20...
Αγαπημένη μου σε φιλώ.
 Χτες βράδυ πάλι μαζί. Δεν είχα πρόθεση να έρθω, αλλά μια φωνή από το άγνωστο ασυνείδητο με έσπρωξε να επισκεφθώ το μυστικό μου παράδεισο. Το γράμμα ήταν η δικαιολογία, να σου παραδώσω ένα γράμμα από τα παλιά. Η αλήθεια είναι ότι στον γαλανό ουρανό μου είδα ένα μικρό άσπρο σύννεφο. Είπες πως ήταν από την κούραση της μέρας και σε πιστεύω. Μόνο που ακόμα και τα μικρά άσπρα σύννεφα έχουν την ιδιότητα και τη δύναμη να δημιουργούν σκιές. Έστω και μικρές, την κάνουν τη δουλειά τους...
Είχες στο βλέμμα σου την κούραση, μα εμένα μου μύριζε για θλίψη… Όχι, δεν ανησυχώ ιδιαίτερα, γιατί ευτυχώς ποτέ δεν έπαψα ν’ ανησυχώ. Σ’ αγαπώ γιατί είσαι η αγωνία μου! Σου ζητάω το ‘‘σ’ αγαπώ’’ σου, την ώρα που μ’ αρέσει που δυσκολεύεσαι να μου το πεις. Γιατί ξέρω πως ποτέ δε λες κάτι που δε σ’ αγγίζει, που δε βγαίνει μέσα από την ψυχή σου. Γι’ αυτό κάθε λέξη αγάπης, κάθε χαμόγελό σου είναι για μένα δώρο ζωής. Ξέρω πόσο μ’ αγαπάς και με νοιάζεσαι.
Συμβιβάζομαι να μ’ έχεις σε μια γωνίτσα στην καρδιά σου κι εκεί κρυμμένος να γράφω μόνο για σένα . Χτες βράδυ, κάνοντας τον περίπατό μου, σε συνάντησα στην παραλία και αξιώθηκα του τυχαίου που επεδίωξα! Γιατί να μη νιώθω σπουδαίος, όταν είμαι βασιλιάς; Δεν είναι ο τίτλος ή η έκταση του βασιλείου, αλλά η αίσθηση που έχεις. Έστω κι αν είναι ένας και δεν είναι υπήκοος αλλά η βασίλισσα του τόπου της. Το λίγο ζήτησα και με τιμώρησες με το πολύ, για να παραφράσω τον Ελύτη. Αυτή η ισόβια γωνίτσα στην καρδιά σου είναι αρκετή για μένα. Κανένας ίσκιος δε θα μπορεί να μ’ εξαφανίσει, μήτε ο χρόνος να με εξορίσει από εκεί που μ’ έταξε η αγάπη σου. Είδες που το πρωί αυτή η υπόσχεσή σου έδιωξε τη μελαγχολική μου διάθεση;
Γνωρίζουμε και οι δυο ποια είναι η αγωνία μας, αλλά στο όνειρο εμείς δώσαμε σάρκα και οστά, εμείς μπορούμε και να το διαχειριστούμε. Βέβαια εσύ φοβάσαι πως από τον πολύ ιδρώτα μου θα μείνουν μόνο τα οστά, αλλά τι πειράζει αν εσύ εισφέρεις στη σχέση μας τη σάρκα;
Είδες εσύ στο δικό σου όνειρο πως φύτεψες στην αυλή σου μια καρυδιά για μένα. Γιατί ήθελες όταν τη βλέπεις, να θυμάσαι εμένα. Να θυμάσαι, αγαπημένη μου, πόσο κοντά είναι η καρυδιά στην καρδιά. Αυτό το Υ, ως κεφαλαίο, είναι ιδανική διχάλα για να συντρίψεις το κεφάλι καθενός ανεπιθύμητου. Η δουλειά δηλαδή γίνεται και χωρίς σκοινί, αρκούν οι λέξεις για πάρα πολλά πράγματα. ‘‘Αυτή είναι η καρυδιά μου’’, θα λες στο μέλλον και οι άλλοι θα σε ρωτάνε πόσων χρονών ήσουν που τη φύτεψες…
Ναι, είμαι χαρούμενος, όχι μόνο γιατί το βράδυ πρόκειται να φάω χταπόδι από τα χέρια σου, αλλά γιατί τα χέρια σου μου βρήκαν μια θέση στον παράδεισό σου. Χαίρομαι γιατί μου λες λίγα και μάλιστα όταν τα χρειάζομαι, αλλά κάνε μου και καμιά έκπληξη! Π.χ. δυο γραμμούλες γράμμα, ένα τηλέφωνο… Ευτυχώς όμως που δεν είσαι δεδομένη, ευτυχώς που πάντα θα υπάρχει κάτι ανερμήνευτο πάνω σου.
Ζεσταίνομαι μέσα κι έξω, θερμαίνομαι διαρκώς από την αγάπη σου. Αλλά μέσα μου αυτό που αισθάνομαι δεν είναι καύσωνας, είναι σταθερή θερμοκρασία ζωής και των ονείρων. Οι νύχτες μας γίνονται ώρες δροσιάς, και ώρες φωτός ανέσπερου κι ανέλπιστου.     
                                          Πάντα δικός σου, χειμώνα καλοκαίρι.
                                                       Μόνο με αγάπη,
                                                                 Α. 







Ερωτικές επιστολές: 9η (Το όνειρο…)


Αθήνα  25 / 10 /20…
                                                          Αγαπημένη μου σε φιλώ.

Θέλω να γράψω κάτι για χτες το βράδυ, για να τα διαβάσεις αύριο ή μεθαύριο. Χθες μιλήσαμε λίγο για το όνειρό μας. Δεν έχει και πολλή σημασία αν στενοχωρηθήκαμε λιγάκι και οι δυο, αυτό είναι συνηθισμένο πράγμα σ’ ένα ζευγάρι, φτάνει να μη μένουν πληγές από τα λόγια στις καρδιές τους.
Το όνειρό μας! Δεν τολμάει κανένας μας να το φανταστεί ολοζώντανο, τόσο άπιαστο μας φαίνεται, τόσο φοβόμαστε να το αγγίξουμε μήπως και ξυπνήσουμε με αδειανά χέρια. Υπάρχει όμως ζωή χωρίς όνειρα; Έλεγες ότι δεν έβλεπες όνειρα, μέχρι που μπήκα στη ζωή σου και με συνάντησες εκεί επανειλημμένως. Μήπως, αγάπη μου, δεν ήξερες τι να ονειρευτείς, μια και η ζωή που γνώριζες ήταν τα βασικά στερεότυπα του κόσμου; Γιατί να ονειρευτείς κάτι από έναν μικρόκοσμο, όταν πολύ απλά το αποκτούσες; Ή, γιατί να θέλεις κάτι τόσο πολύ, όταν αυτά που έβλεπες γύρω σου ήταν μόνο αγώνας και συμβιβασμοί;
Τι είναι το όνειρο, αγάπη μου; Είναι το κάτι άλλο, το τελείως διαφορετικό, το απραγματοποίητο για τα μέτρα που κινείται η ζωή μας. Δεν είναι απλά ένας στόχος που βάζουμε και έχουμε πολλές πιθανότητες να επιτύχουμε· δεν είναι καν η ιδανική λύση προβλημάτων ή αδιεξόδων μας. Ούτε είναι αυτά που έχουν κάποιοι κι εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι θ’ αποκτήσουμε. Όχι, όλ’ αυτά είναι μικροί ή μεγάλοι στόχοι και αγώνες κάθε ανθρώπου να βγει από τον όποια μιζέρια της ζωής του. Το όνειρο είναι… Να η πρώτη δυσκολία των λέξεων! Πώς μπορείς να ορίσεις τι είναι ένα όνειρο και να ισχύει ο ορισμός για όλους; Πώς μπορούν οι λέξεις να σηκώσουν την ψυχή στο ύψος που επιθυμεί, για να περιγράψουν αυτό που είναι και νιώθει κάθε άνθρωπος; Μιλάμε με τόση ευκολία για το όνειρο, σαν να είναι ένα ωραίο γλυκό που άμα το φάμε, θα είμαστε ευτυχισμένοι για πάντα. Αγάπη μου, δεν είναι ούτε κανένα μαγικό φίλτρο που αγγίζοντάς μας θ’ αλλάξει σύμπασα η ζωή μας...
Τι είναι ένα όνειρο… Είναι να πνίγεσαι σε τρικυμισμένη θάλασσα και, ενώ χάνεις τις αισθήσεις σου, βλέπεις μια νεράιδα να σε παίρνει στην αγκαλιά της, να σε σώζει και να μένει μαζί σου για πάντα. Όνειρο είναι να πέφτει το αεροπλάνο σου στην έρημο, εσύ μόνο να σώζεσαι και να μένεις αποκλεισμένη σε μια άγνωστη, εγκαταλειμμένη όαση ελπίζοντας πως θα ’ρθει ο Λώρενς να σε πάρει αγκαλιά πάνω στο άσπρο άλογό του και να σε κάνει ευτυχισμένη γυναίκα του. Όνειρο είναι να φεύγει η γη κάτω απ’ τα πόδια σου κι εσύ να μένεις μετέωρη στο Σύμπαν. Τότε έρχεται ένας άγγελος και κουρνιάζεις κάτω απ’ τα φτερά του. Όνειρο είναι να έχεις πεθάνει και σου δίνεται η χάρη να διαλέξεις έναν άντρα [εσύ]- ή μια γυναίκα [εγώ]- να τον αναστήσεις με την αγάπη σου και να ζήσετε μαζί έχοντας περάσει την τρομερή πραγματικότητα του θανάτου. Όνειρο είναι να βρεις τη δύναμη να πας κόντρα στα πράγματα [contra reris] αψηφώντας την κόντρα των ίδιων των πραγμάτων [contra rerum].
Πού θα βρούμε αυτή τη δύναμη να ζωντανέψουμε το όνειρο; Η θάλασσα της ζωής σε καταπίνει αδίσταχτη, πέρα από την όαση της μοναξιάς σε περιμένει ο δολοφόνος ήλιος της πιο πικρής πραγματικότητας. Κι έτσι αφηνόμαστε… Καμιά φορά ζηλεύουμε τους τολμηρούς που προτιμούν να πεθάνουν κυνηγώντας το άπιαστο όνειρο. Ζηλεύουμε τους λίγους που τα καταφέρνουν και τους θεωρούμε τυχερούς, αλλά εμείς λέμε ότι δεν είμαστε για τέτοια κατορθώματα. Η αποτυχία μάς τρομάζει. Αν όμως εσύ στην όασή σου μπορείς κάπως να επιβιώσεις, εγώ σίγουρα θα πνιγώ στη θάλασσά μου. Και λοιπόν; Δειλά-δειλά χαϊδεύω το όνειρό μου. Είναι οι πρώτες κινήσεις ν’ αγγίξω τη νεράιδα μου, να κρατηθώ από τα απλωμένα χέρια της. Ήδη αρχίζω να κολυμπάω και ξαφνικά αισθάνομαι πως δε βουλιάζω ολόκληρος. Η νεράιδα μού χαμογελά και προσπαθώ περισσότερο, δεν πνίγομαι συνέχεια. Τουλάχιστον σταμάτησα να πνίγομαι και αυτό το οφείλω στο ότι το όνειρο με κράτησε ζωντανό!
Η νεράιδα μου δεν ξέρει πως είναι νεράιδα και ότι τα χέρια τα απλώνει προς τη δική της σωτηρία. Ποιο είναι το πρόβλημά μας; Θα ζήσουμε απομονωμένοι στην εχθρική έρημο της ζωής; Θα πετάξουμε σε άλλους ουρανούς, θα παλέψουμε με τα αγριεμένα κύματα; Μάλλον το τελευταίο είναι και το πιο φυσιολογικό… Αχ, τότε αρχίζει να φοβάται η νεράιδα μου! Νομίζει πως δεν ξέρει κολύμπι, για μένα ξέρει πως είμαι ένας ναυαγός, πώς θα σωθούμε και οι δυο; Δεν ξέρει τι να κάνει, γιατί αμφιβάλλει για τη δύναμή της. Ούτε να μ’ αφήσει να πνιγώ θέλει, ούτε από την ασφαλή όασή της τολμάει ν’ απομακρυνθεί. Εγώ γαντζώνομαι πάνω της κι αυτή μου λέει ‘’θα φύγω κάποια μέρα, μπορείς να τα καταφέρεις και μόνος σου. Ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να κάνει τα πάντα’’. Εγώ γελάω αινιγματικά. Μα αν αυτό ισχύει για κάθε άνθρωπο, πόσο μάλλον για τη νεράιδα μου!
Όλοι οι άνθρωποι κάποτε κάτι ονειρεύονται. Όταν το όνειρο γεμίζει την ψυχή μας, δεν είναι αδικία να παραιτούμαστε αυτοβούλως, να πληγωνόμαστε μόνοι μας; Η θάλασσα και η απομονωμένη όαση, ο θάνατος κι η μοναξιά είναι επιθυμητές έξοδοι ονείρου; Δεν μας έρχονται κάθε μέρα δυνατότητες ν’ αγγίξουμε το όνειρό μας… Όταν μάλιστα ένα όνειρο έχει δυο κοινούς αποδέκτες, γιατί να μένουμε μόνο στις συναντήσεις της νύχτας; Όταν μπορούμε και στον ξύπνιο μας να είμαστε εκεί που ονειρευτήκαμε, γιατί να μη το παλέψουμε;
Ποιητικές υπερβολές; Λογοτεχνικές εκφράσεις που απέχουν από την πραγματικότητα; Ίσως εγώ να επιμένω περισσότερο γιατί είμαι εξοικειωμένος θεωρητικά με ονειρικές προσεγγίσεις της ζωής. Πιστεύω ότι είναι τυχεροί όσοι ακόμα τολμούν να ονειρεύονται στον καιρό μας. Έτσι βλέπω κι εμάς, αγάπη μου. Ας μη παραιτηθούμε από την ανεπανάληπτη δυνατότητα που κέρδισαν οι καρδιές μας. Ας είναι η μόνη έγνοια μας το ποια μορφή θα δώσουμε στην υλοποιημένη έκφραση του ονείρου μας.
Σ’ αγαπώ μ’ έναν παράξενο, περίεργο και αποφασιστικό τρόπο. Μ’ αγαπάς τόσο πολύ που εκπλήσσεις ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό σου. Γι’ αυτό, κι ενώ ζεις μοναδικές στιγμές ευτυχίας στην αγκαλιά μου, αμέσως μετά τα βάζεις με το κομμάτι εκείνο του εαυτού σου, που καταπατώντας κάθε έννοια κοινής λογικής τολμάει να ονειρεύεται αέναη επανάληψη αυτών των στιγμών.
Τι είναι το όνειρο, αγάπη μου; Εσύ κι εγώ είμαστε το όνειρο, ο ένας για τον άλλον. Η λογική σου λέει πως οι ζωές μας είναι ασύμπτωτες, η λογική μου λέει πως παραλογίζομαι τελείως. Έτσι είναι. Αλλά το όνειρο ανασαίνει πάντα μέσα από τα ερείπια της λογικής του κόσμου. Εσύ κι εγώ είμαστε εσύ κι εγώ και μπορούμε να βαδίσουμε με τη ‘’λογική’’ του ονείρου. Όπως στην τωρινή καθημερινότητά μας πορευόμαστε χωρίς να θέλουμε να πληγώνουμε και ν’ αδικούμε κανέναν, έτσι θα κάνουμε και στη ζωή του ονείρου.
Το όνειρο, αγάπη μου, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Όπως θέλουμε και όπως, το ξέρει καλά αυτό η ψυχή μας!, θα θέλαμε να είμαστε. Εμείς ονειρευτήκαμε κι εμείς, μόνο εμείς, μπορούμε να σκοτώσουμε τα όνειρά μας. Ή, αφήνουμε τους άλλους να τα σκοτώσουν, λες και έχουν δικαίωμα στην ψυχή και τη ζωή μας. Άρα, η ψυχή μας και τα χέρια μας είναι τα εργαλεία που κατασκευάζουν τα όνειρα. Το υλικό εσύ κι εγώ.
Μέχρι πότε μπορεί να ζήσει το όνειρό μας; Μέχρι εγώ να πάψω να είμαι ερωτευμένος μαζί σου και μέχρι εσύ να πάψεις να έχεις αυτό το υπέροχο όνομα. Εγώ το Α, εσύ το Ω, ανάμεσα το μεγαλόπρεπο ΝΑΙ στα όνειρά μας.

                                       Σε φιλώ, δικός σου για πάντα.                       
                                                                   Α.

Υ.Γ
Μέλλον είναι το παρόν που ωριμάζει.
Δεν ξέρω αν είναι ο κατάλληλος καιρός να συζητήσουμε για όνειρα, ξέρω όμως πως ο καιρός της αγάπης είναι πάντα και για πάντα. Ψυχή μου, μια ζωή έχουμε, ας την χαρίσουμε στην αγάπη μας, δηλαδή στον εαυτό μας. Συγχώρεσε την εφηβεία των αισθημάτων μου, η αγάπη σου είναι που με ξανάνιωσε. Γι’ αυτό και σου ανήκω και είμαι δικός σου για πάντα.      
                    Φιλιά πολλά,   
                            Α.





Ερωτικές επιστολές: 10η (Μακάρι να είχαμε τέτοια ωραία προβλήματα…)

by Αλέξης Σταυράτης (Σημειώσεις) on Τρίτη, 16 Απριλίου 2013 στις 4:01 μ.μ.


Αθήνα 22/06/20..

Αγαπημένη μου σε φιλώ.
Κάθομαι σ’ ένα υπαίθριο καφέ και βλέπω τα τραίνα να περνούν… Εσύ δεν είσαι εδώ, γιατί θέλεις να ξεκαθαρίσεις το όνειρο μέσα σου. Γνωρίζεις ότι δε σε κατηγορώ, επειδή καθένας μας ανατρέφει το δικό του όνειρο… Αν σου γράφω τώρα, είναι γιατί νιώθω σαν να είμαι σ’ έναν σταθμό της ζωής μου. Δε θα ήθελα να περάσει άλλο τραίνο κι εγώ να μη ταξιδέψω… Πίστεψα ότι εσύ είσαι το τραίνο που οι ράγες του περνούν απ’ την καρδιά μου κι ένιωσα τόσο όμορφα, τόσο ευτυχισμένος! Ήθελα να ταξιδέψω μαζί σου σε όλους τους προορισμούς του κόσμου, γιατί εσύ είσαι όλος ο κόσμος μου. Εσύ δίσταζες να πιστέψεις ότι μπορείς να φτάσεις μαζί μου πολύ μακριά… Νομίζεις ότι επειδή απέτυχα σε άλλους προορισμούς, θα αποτύχω και στο δικό μας ταξίδι. Ίσως να μη τα λέω σωστά…,ε;  Ίσως να πιστεύεις ότι εγώ φοβάμαι τα ταξίδια σε άγνωστους κόσμους. Μπορεί να έχεις κάποιο δίκιο, γιατί η ψυχή μου μοιάζει κουρασμένη μερικές φορές. Αν αποτύχεις 2 και 3 φορές, με τι κουράγιο ν’ αρχίσεις πάλι;
Γι’ αυτό κι εσύ παλεύεις με τους δικούς σου λογισμούς… Να ξέρεις πως δεν φταις, να είσαι σίγουρη για τα δικά σου φτερά. Κι ο αετός παραδίπλα σου να μην πετά, να ξεκουράζεται ήσυχα σε  ίσκιους… Βλέπεις το βλέμμα του θολό, βλέπεις την πανοπλία του ν’ αντέχει για τα ύψη… Και αναρωτιέσαι γιατί δε θέλει να πετάξει… Ανέθρεψες ένα δικό σου όνειρο και πίστεψες ότι μια φορά σού χαμογέλασαν κι εσένα οι θεοί… Και τώρα συλλογίζεσαι αν ζωντανεύουν οι νεκρές ψυχές, αν ξυπνάνε από το λήθαργο σκοτωμένα όνειρα και υποσχέσεις. Αν πετάνε κουρασμένοι αητοί…. Σε νιώθω να πονάς, να υποφέρεις για τις άδικες εξισώσεις της ζωής. Ένα ‘’Γιατί’’ ξεσκίζει την καρδιά σου και όλος οκόσμος γύρω σου γίνεται ένας ρημαγμένος τόπος…
Εγώ απορώ βλέποντας τα τραίνα να περνούν και να μη με ταξιδεύουν. Εσύ θέλεις τα φτερά του αετού, κι εγώ τη σιγουριά στις ράγες… Έτσι, κι οι δυο αδικούμε το παρόν μας, μα τον πόνο τον πιο πολύ εσύ τον έχεις… Νοσταλγείς το ταξίδι που ονειρεύτηκες μαζί μου, γιατί είσαι σίγουρη ότι ξέρω από πετάγματα… Δε λέω ότι δεν προσπάθησες, λέω ότι σε σένα έφτασα κουρασμένος… Ίσως να ήσουν βιαστική, γιατί πίστευες ακλόνητα σεμένα. Μα σαν είδες τις πληγές μου κάτω από τα φτερά, τρόμαξες… Φοβήθηκες, όχι για τις δυνάμεις μου, αλλά για την πίστη μου σε σένα… Ότι δε θα καταλάβαινα πως ήσουνα ξεχωριστή και ότι θα πέθαινες ακόμα για να με δεις ευτυχισμένο…Φοβήθηκες που νοσταλγούσα ήρεμα ταξίδια…
Βλέπω τα τραίνα να περνούν για βέβαιους προορισμούς. Βλέπεις τα φτερά που ονειρεύτηκες να είναι μαζεμένα. Εγώ είμαι στο σταθμό, κι εσύ στο σπίτι σου να συλλογιέσαι. Εσύ γονατιστή μπροστά στο όνειρό σου, κι εγώ ν’ ακούω τον Ελύτη: «Το λίγο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ»…
Αγαπημένη μου,
άλλοι, πιο λογικοί από μας, θα έλεγαν ότι είμαστε ανόητοι τελείως… Κι εσύ ανόητη που δε σου αρέσουν τα σίγουρα ταξίδια, κι εγώ ηλίθιος που ισοπεδώνω τις αγάπες… Μα έτσι είναι οι άνθρωποι και γι’ αυτό τιμωρούν τον εαυτό τους τώρα με ενοχές τού μέλλοντος. Κάποιοι άλλοι, άτυχοι αυτοί, θα βλαστημούσαν που δεν τους έτυχαν τέτοια ωραία προβλήματα…
Δε γνωρίζω αν,τελικά, θα μπορούσε κάποιος να καταλάβει την ουσία του προβλήματός μας. Που, δυστυχώς, είναι η ουσία της ίδιας της ζωής σου: Γιατί να μη ζήσεις εσύ το όνειρο, αυτό που έδωσα αλλού και δεν το εκτίμησαν; Κι αν δεν το ζήσεις τώρα εσύ, τότε πότε; Δεν δίνει η ζωή κάθε μέρα τέτοιες ευκαιρίες… Εσύ, λοιπόν, να βασανίζεσαι, κι εγώ να σ’ αγαπώ ακόμα και γι αυτό…
Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, δεν ξέρω τι να σου υποσχεθώ χωρίς να γίνω ψεύτης… Ξέρω ότι σ' αγαπώ. Ότι με έκανες να ζήσω πάλι και να χαμογελώ ξανά. Αλλά και ότι αυτά δεν σου αρκούν, γιατί αλλιώς με ονειρεύτηκες κοντά σου…. Αλλά ξέρω, επίσης, ότι όσο είμαστε ακόμα ζωντανοί, μπορούμε να επιθυμήσουμε τα πάντα!
Και κάτι ακόμα, αγαπημένη μου… Αν υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, αυτή είναι η αγάπη. Τι λες, δε θα μπορούσε η αγάπη να αλλάξει σταθμούς και προορισμούς; Δε λέω να ελπίζεις, όσο λέω να πιστεύεις στην αγάπη!
Είμαι πιο ήρεμος τώρα. Δεν προσέχω πια τα τραίνα, όσο τους ανθρώπους γύρω. Δε βλέπω να υπάρχει κάτι πιο όμορφο, πιο επιθυμητό πλάσμα από σένα!
Δυο κοριτσάκια κάνουν ποδήλατο στο διάδρομο δίπλα μου. Όλη η αθωότητα…, και η αυτάρκεια…. Όλη η μαγεία της ζωής σε ένα παιχνίδι τους… Τα φτάνει η βόλτα τους με το  ποδήλατο για να είναι ευτυχισμένα. Δυο παιδιά, αγάπη μου! Δυο παιδιά… Ξέρω ότι θα συμφωνήσεις!!!
Ξέρω ότι θα ήθελα να συμφωνήσεις… Αλλά επειδή, πάνω απ’ όλα, αγαπώ την ελευθερία σου, θα ήθελα εσύ να γίνεις αητός για να πηγαίνεις όπου θέλεις πιο γρήγορα κι από τα τραίνα…
Χαμογέλα, είμαστε δυο παιδιά και είναι δικό μας ολόκληρο το σύμπαν! Χαμογέλα και πέτα ελεύθερα σε σταθμούς και λιμάνια, σε βουνά και κάμπους, σε δάση άγρια κι αγαπημένα, σε όποιο φως ή σκοτάδι ξεκουράζει την ψυχή σου…
                 Σ’ αγαπώ, με όλη τη γνώση του κόσμου εντός μου!
                                      Σε φιλώ,
                                           Α.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου